Νέα αμερικανική πρωτοβουλία για «εκεχειρία στον αέρα» - Ξεκάθαρος διπλωματικός ελιγμός προκειμένου να κερδηθεί χρόνος για το Κίεβο
(upd 2) Μια νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ουκρανίας για την επιβολή μιας περιορισμένης εκεχειρίας στον εναέριο χώρο έρχεται να αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από τον πραγματικό στόχο της δυτικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, Ουάσιγκτον και Κίεβο εξετάζουν ένα σχέδιο κατάπαυσης των αεροπορικών επιθέσεων, το οποίο αναμένεται να τεθεί υπόψη της Μόσχας σε νέο γύρο διαπραγματεύσεων.
Η πρόταση φέρεται να αποτελεί βασικό αντικείμενο της επικείμενης συνάντησης του Volodymyr Zelensky με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, στην Ουάσιγκτον ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο «κλεισίματος» του ουκρανικού εναέριου χώρου στο πλαίσιο πιθανών εγγυήσεων ασφαλείας.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις και γεννά ερωτήματα για το κατά πόσο πρόκειται για μια πραγματική ειρηνευτική προσπάθεια ή για έναν ακόμη τακτικό ελιγμό της δυτικής πλευράς.
Η διπλή στάση των Ηνωμένων Πολιτειών
Το Κρεμλίνο επισημαίνει εδώ και μήνες αυτό που χαρακτηρίζει ως εμφανή αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής.
Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να εξοπλίζουν την Ουκρανία με προηγμένα οπλικά συστήματα, πληροφορίες και οικονομική βοήθεια, ενώ από την άλλη δηλώνουν ότι επιδιώκουν την ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Dmitry Peskov, υπογράμμισε ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με Αμερικανούς διαπραγματευτές, αλλά απέφυγε να σχολιάσει λεπτομερώς τις πληροφορίες περί αεροπορικής εκεχειρίας, τονίζοντας ότι κάθε πρόταση θα αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τα συμφέροντα της Ρωσίας.
Η εικόνα αυτή ενισχύει την κριτική ότι η αμερικανική πολιτική χαρακτηρίζεται από στρατηγική ασάφεια: συνεχίζει τη στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ως δύναμη διαμεσολάβησης.

Η Ουκρανία αναζητά διπλωματική διέξοδο
Σύμφωνα με το Reuters, το Κίεβο επιδιώκει να επαναφέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την ιδέα μιας περιορισμένης εκεχειρίας, μετά την αποτυχία προηγούμενων αντίστοιχων προσπαθειών.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η πίεση που προκαλούν οι ουκρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους στο εσωτερικό της Ρωσίας θα μπορούσε να επηρεάσει τη στάση της Μόσχας.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη εκτίμηση αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, καθώς μέχρι σήμερα η ρωσική ηγεσία έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τις βασικές της θέσεις υπό στρατιωτική πίεση.
Παράλληλα, ο ίδιος ο Volodymyr Zelensky εμφανίζεται να επιδιώκει στενότερο συντονισμό με την αμερικανική ηγεσία.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Ουκρανός πρόεδρος είναι έτοιμος να μεταβεί στην Ουάσιγκτον ακόμη και για την υπογραφή μιας πιθανής συμφωνίας ειρήνης, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τον Donald Trump.

Το ζήτημα της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων επανέρχεται
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση του Donald Trump ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν, εφόσον χρειαστεί, να προχωρήσουν στο κλείσιμο του ουκρανικού εναέριου χώρου.
Η συγκεκριμένη αναφορά επαναφέρει στο προσκήνιο ένα σενάριο που είχε προκαλέσει μεγάλες ανησυχίες ήδη από τα πρώτα στάδια του πολέμου.
Μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων δεν αποτελεί απλή πολιτική δήλωση, αλλά προϋποθέτει στρατιωτική επιβολή, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση αντιπαράθεση μεταξύ δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.
Αυτό ακριβώς επισήμανε και ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Dmitry Medvedev, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής μιας τέτοιας ζώνης από κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα ισοδυναμούσε με ευθεία στρατιωτική σύγκρουση.

Οι ρωσικοί όροι παραμένουν αμετάβλητοι
Την ίδια στιγμή, η Μόσχα επιμένει ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία πρέπει να βασιστεί στις σημερινές στρατιωτικές πραγματικότητες.
Ο Vladimir Putin έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι συνομιλίες μπορούν να προχωρήσουν μόνο στη βάση των προτάσεων που παρουσίασε το 2024 στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, οι οποίες περιλαμβάνουν την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τις περιοχές που προσαρτά η Ρωσία και την εγκατάλειψη της προοπτικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.
Ο Dmitry Peskov υποστήριξε επίσης ότι η παύση των εχθροπραξιών θα μπορούσε να επιτευχθεί ακόμη και άμεσα, εφόσον οι ουκρανικές αρχές λάβουν τις απαιτούμενες πολιτικές αποφάσεις.

Η δυτική στρατηγική υπό αμφισβήτηση
Η νέα αμερικανο-ουκρανική πρωτοβουλία παρουσιάζεται από τη δυτική πλευρά ως προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, επικριτές της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υποστηρίζουν ότι η συνεχής στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας, σε συνδυασμό με τις εκ των υστέρων εκκλήσεις για ειρήνη, δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τη συνέπεια της αμερικανικής στρατηγικής.
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο είναι αναγκαία ώστε η Ουκρανία να διαπραγματευθεί από ισχυρότερη θέση και να διασφαλίσει την άμυνά της απέναντι στη ρωσική εισβολή.
Καθώς οι διπλωματικές επαφές συνεχίζονται, παραμένει αβέβαιο εάν η πρόταση για εκεχειρία στον αέρα μπορεί να αποτελέσει πραγματικό βήμα προς την ειρήνη ή εάν θα εξελιχθεί σε ακόμη ένα επεισόδιο μιας μακράς διαπραγματευτικής αντιπαράθεσης, στην οποία η στρατιωτική και η πολιτική πίεση εξακολουθούν να συνυπάρχουν.
Η ιστορία δείχνει ότι οι «No-Fly Zones» επιβλήθηκαν μόνο απέναντι σε αδύναμους αντιπάλους
H αδιανόητη δήλωση του Donald Trump ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εξετάσει την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων (No-Fly Zone) πάνω από την Ουκρανία επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο επικίνδυνα σενάρια του πολέμου.
Πρόκειται για μια επιλογή που από το 2022 ζητά επίμονα ο Ουκρανός πρόεδρος Volodymyr Zelensky, καλώντας τη Δύση να «κλείσει τον ουρανό» της χώρας του.
Ωστόσο, πίσω από τον πολιτικό όρο «No-Fly Zone» κρύβεται μια στρατιωτική πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη και κυρίως πολύ πιο επικίνδυνη.
Δεν πρόκειται για μια απλή πολιτική απόφαση ή για μια συμβολική κίνηση υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Αντίθετα, προϋποθέτει την άμεση εμπλοκή των αεροπορικών και αντιαεροπορικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε πόλεμο με τη Ρωσία, δηλαδή μια εξέλιξη που θα μπορούσε να μετατρέψει τον σημερινό πόλεμο δι' αντιπροσώπων σε γενικευμένη σύγκρουση μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων.
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών αποκαλύπτει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό μοτίβο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ επέβαλαν ζώνες απαγόρευσης πτήσεων μόνο όταν είχαν απέναντί τους κράτη που είχαν ήδη στρατιωτικά καταρρεύσει ή δεν διέθεταν την ικανότητα να αντιδράσουν ουσιαστικά.
Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, οι ΗΠΑ δημιούργησαν δύο No-Fly Zones στο Ιράκ.
Εκείνη την περίοδο οι ένοπλες δυνάμεις του Saddam Hussein είχαν ήδη συντριβεί και η αμερικανική αεροπορική υπεροχή ήταν απόλυτη.
Το ίδιο μοντέλο εφαρμόστηκε αργότερα στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και στη Λιβύη, όπου ούτε οι στρατιωτικές δυνατότητες ούτε η τεχνολογική ισχύς των συγκεκριμένων κρατών μπορούσαν να συγκριθούν με αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε περιβάλλον όπου η δυτική στρατιωτική κυριαρχία ήταν δεδομένη και ο αντίπαλος δεν μπορούσε να αμφισβητήσει σοβαρά τον έλεγχο του εναέριου χώρου.
Ακριβώς γι' αυτό, η σύγκριση με την Ουκρανία είναι προβληματική.

Η Ουκρανία δεν είναι Ιράκ ούτε Λιβύη
Στην ουκρανική σύγκρουση η άλλη πλευρά δεν είναι μια αποδυναμωμένη περιφερειακή δύναμη αλλά η Ρωσία, μια χώρα που διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, εξελιγμένη αεροπορία, πολυεπίπεδη αντιαεροπορική άμυνα και σημαντικές δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής No-Fly Zone δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς να καταστραφούν πρώτα ρωσικά συστήματα αεράμυνας, να αναχαιτιστούν ή να καταρριφθούν ρωσικά αεροσκάφη και να υπάρξουν άμεσες συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.
Με άλλα λόγια, η εφαρμογή μιας τέτοιας απόφασης θα ισοδυναμούσε με επίσημη είσοδο της Συμμαχίας στον πόλεμο.

Τι σημαίνει πραγματικά το «κλείσιμο του ουρανού»
Στρατιωτικά, μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων δεν αποτελεί διακήρυξη αλλά μια τεράστια στρατιωτική επιχείρηση.
Για να προστατευθεί ο ουκρανικός εναέριος χώρος θα απαιτούνταν:
• ανάπτυξη περίπου 300 μαχητικών αεροσκαφών του ΝΑΤΟ,
• μεταφορά 8 έως 10 πτερύγων τακτικής αεροπορίας στην Ουκρανία,
• εγκατάσταση 12 έως 15 ταξιαρχιών ή συνταγμάτων αντιαεροπορικής άμυνας δυτικών χωρών,
• πλήρης αναδιοργάνωση του ουκρανικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου,
• ενίσχυση του δικτύου ραντάρ και αεράμυνας,
• μεταφορά μεταξύ 80.000 και 100.000 στρατιωτικών από χώρες του ΝΑΤΟ.
Οι δυνάμεις αυτές δεν θα μπορούσαν να επιχειρούν αποτελεσματικά μόνο από την Πολωνία ή τη Ρουμανία.
Θα έπρεπε να αναπτυχθούν μέσα στην ουκρανική επικράτεια, γεγονός που θα τις καθιστούσε άμεσα εμπλεκόμενες στις εχθροπραξίες.

Το ΝΑΤΟ από υποστηρικτής θα γινόταν εμπόλεμο μέρος
Μέχρι σήμερα, η δυτική στρατηγική βασίζεται στην παροχή όπλων, πληροφοριών, οικονομικής βοήθειας και εκπαίδευσης προς την Ουκρανία, αποφεύγοντας την επίσημη συμμετοχή στη σύγκρουση.
Η επιβολή όμως μιας No-Fly Zone θα κατέρριπτε αυτή την ισορροπία.
Οι πιλότοι του ΝΑΤΟ θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν ρωσικά αεροσκάφη.
Τα αντιαεροπορικά συστήματα της Συμμαχίας θα έπρεπε να καταρρίπτουν ρωσικούς πυραύλους και αεροσκάφη.
Οι βάσεις του ΝΑΤΟ μέσα στην Ουκρανία θα μετατρέπονταν αυτομάτως σε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους για τη Ρωσία.
Η σύγκρουση δεν θα μπορούσε πλέον να χαρακτηριστεί έμμεση ή δι' αντιπροσώπων.
Θα επρόκειτο για άμεσο πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Το πυρηνικό ρίσκο που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο ενός τέτοιου σεναρίου είναι η πυρηνική διάσταση.
Η ρωσική στρατηγική προβλέπει τη δυνατότητα χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων σε περίπτωση που απειληθεί η ύπαρξη του κράτους ή υπάρξει μεγάλης κλίμακας άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το ΝΑΤΟ.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής No-Fly Zone δεν θα αποτελούσε απλώς μια ακόμη στρατιωτική επιχείρηση, αλλά ένα βήμα που θα αύξανε δραματικά τον κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης.

Πώς θα αντιδρούσε η Ρωσία
Από τη σκοπιά της Μόσχας, η επιβολή μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από την Ουκρανία δεν θα θεωρούνταν μια «ειρηνευτική» ή «αμυντική» πρωτοβουλία, αλλά άμεση είσοδος του ΝΑΤΟ στον πόλεμο.
Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε ανάπτυξη αεροπορικών ή αντιαεροπορικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην ουκρανική επικράτεια θα αντιμετωπιστεί ως νόμιμος στρατιωτικός στόχος.
Αυτό σημαίνει ότι αεροπορικές βάσεις, συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων, κέντρα διοίκησης και υποδομές που θα χρησιμοποιούνταν για την επιβολή μιας No-Fly Zone θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.
Παράλληλα, η Ρωσία διαθέτει εκτεταμένες δυνατότητες σε πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, προηγμένα συστήματα αεράμυνας και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αμφισβήτηση της αεροπορικής κυριαρχίας του ΝΑΤΟ.
Μια τέτοια αντιπαράθεση θα αύξανε δραματικά τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Το Κρεμλίνο έχει επίσης διαμηνύσει ότι η άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Συμμαχίας θα άλλαζε ριζικά τη φύση της σύγκρουσης, μετατρέποντας τον πόλεμο στην Ουκρανία σε ανοιχτή αναμέτρηση μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το επίπεδο στρατιωτικής και πολιτικής έντασης θα έφθανε σε πρωτοφανή επίπεδα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με τον κίνδυνο μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής σύγκρουσης να αυξάνεται σημαντικά.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, Ουάσιγκτον και Κίεβο εξετάζουν ένα σχέδιο κατάπαυσης των αεροπορικών επιθέσεων, το οποίο αναμένεται να τεθεί υπόψη της Μόσχας σε νέο γύρο διαπραγματεύσεων.
Η πρόταση φέρεται να αποτελεί βασικό αντικείμενο της επικείμενης συνάντησης του Volodymyr Zelensky με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, στην Ουάσιγκτον ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο «κλεισίματος» του ουκρανικού εναέριου χώρου στο πλαίσιο πιθανών εγγυήσεων ασφαλείας.
Ωστόσο, η πρωτοβουλία αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις και γεννά ερωτήματα για το κατά πόσο πρόκειται για μια πραγματική ειρηνευτική προσπάθεια ή για έναν ακόμη τακτικό ελιγμό της δυτικής πλευράς.
Η διπλή στάση των Ηνωμένων Πολιτειών
Το Κρεμλίνο επισημαίνει εδώ και μήνες αυτό που χαρακτηρίζει ως εμφανή αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής.
Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να εξοπλίζουν την Ουκρανία με προηγμένα οπλικά συστήματα, πληροφορίες και οικονομική βοήθεια, ενώ από την άλλη δηλώνουν ότι επιδιώκουν την ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Dmitry Peskov, υπογράμμισε ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με Αμερικανούς διαπραγματευτές, αλλά απέφυγε να σχολιάσει λεπτομερώς τις πληροφορίες περί αεροπορικής εκεχειρίας, τονίζοντας ότι κάθε πρόταση θα αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τα συμφέροντα της Ρωσίας.
Η εικόνα αυτή ενισχύει την κριτική ότι η αμερικανική πολιτική χαρακτηρίζεται από στρατηγική ασάφεια: συνεχίζει τη στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ως δύναμη διαμεσολάβησης.

Η Ουκρανία αναζητά διπλωματική διέξοδο
Σύμφωνα με το Reuters, το Κίεβο επιδιώκει να επαναφέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων την ιδέα μιας περιορισμένης εκεχειρίας, μετά την αποτυχία προηγούμενων αντίστοιχων προσπαθειών.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η πίεση που προκαλούν οι ουκρανικές επιθέσεις με drones και πυραύλους στο εσωτερικό της Ρωσίας θα μπορούσε να επηρεάσει τη στάση της Μόσχας.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη εκτίμηση αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, καθώς μέχρι σήμερα η ρωσική ηγεσία έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τις βασικές της θέσεις υπό στρατιωτική πίεση.
Παράλληλα, ο ίδιος ο Volodymyr Zelensky εμφανίζεται να επιδιώκει στενότερο συντονισμό με την αμερικανική ηγεσία.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Ουκρανός πρόεδρος είναι έτοιμος να μεταβεί στην Ουάσιγκτον ακόμη και για την υπογραφή μιας πιθανής συμφωνίας ειρήνης, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τον Donald Trump.

Το ζήτημα της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων επανέρχεται
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η δήλωση του Donald Trump ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν, εφόσον χρειαστεί, να προχωρήσουν στο κλείσιμο του ουκρανικού εναέριου χώρου.
Η συγκεκριμένη αναφορά επαναφέρει στο προσκήνιο ένα σενάριο που είχε προκαλέσει μεγάλες ανησυχίες ήδη από τα πρώτα στάδια του πολέμου.
Μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων δεν αποτελεί απλή πολιτική δήλωση, αλλά προϋποθέτει στρατιωτική επιβολή, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση αντιπαράθεση μεταξύ δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.
Αυτό ακριβώς επισήμανε και ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Dmitry Medvedev, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής μιας τέτοιας ζώνης από κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα ισοδυναμούσε με ευθεία στρατιωτική σύγκρουση.

Οι ρωσικοί όροι παραμένουν αμετάβλητοι
Την ίδια στιγμή, η Μόσχα επιμένει ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία πρέπει να βασιστεί στις σημερινές στρατιωτικές πραγματικότητες.
Ο Vladimir Putin έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι οι συνομιλίες μπορούν να προχωρήσουν μόνο στη βάση των προτάσεων που παρουσίασε το 2024 στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, οι οποίες περιλαμβάνουν την αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από τις περιοχές που προσαρτά η Ρωσία και την εγκατάλειψη της προοπτικής ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.
Ο Dmitry Peskov υποστήριξε επίσης ότι η παύση των εχθροπραξιών θα μπορούσε να επιτευχθεί ακόμη και άμεσα, εφόσον οι ουκρανικές αρχές λάβουν τις απαιτούμενες πολιτικές αποφάσεις.

Η δυτική στρατηγική υπό αμφισβήτηση
Η νέα αμερικανο-ουκρανική πρωτοβουλία παρουσιάζεται από τη δυτική πλευρά ως προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, επικριτές της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υποστηρίζουν ότι η συνεχής στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας, σε συνδυασμό με τις εκ των υστέρων εκκλήσεις για ειρήνη, δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τη συνέπεια της αμερικανικής στρατηγικής.
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο είναι αναγκαία ώστε η Ουκρανία να διαπραγματευθεί από ισχυρότερη θέση και να διασφαλίσει την άμυνά της απέναντι στη ρωσική εισβολή.
Καθώς οι διπλωματικές επαφές συνεχίζονται, παραμένει αβέβαιο εάν η πρόταση για εκεχειρία στον αέρα μπορεί να αποτελέσει πραγματικό βήμα προς την ειρήνη ή εάν θα εξελιχθεί σε ακόμη ένα επεισόδιο μιας μακράς διαπραγματευτικής αντιπαράθεσης, στην οποία η στρατιωτική και η πολιτική πίεση εξακολουθούν να συνυπάρχουν.
Η ιστορία δείχνει ότι οι «No-Fly Zones» επιβλήθηκαν μόνο απέναντι σε αδύναμους αντιπάλους
H αδιανόητη δήλωση του Donald Trump ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εξετάσει την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων (No-Fly Zone) πάνω από την Ουκρανία επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο επικίνδυνα σενάρια του πολέμου.
Πρόκειται για μια επιλογή που από το 2022 ζητά επίμονα ο Ουκρανός πρόεδρος Volodymyr Zelensky, καλώντας τη Δύση να «κλείσει τον ουρανό» της χώρας του.
Ωστόσο, πίσω από τον πολιτικό όρο «No-Fly Zone» κρύβεται μια στρατιωτική πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη και κυρίως πολύ πιο επικίνδυνη.
Δεν πρόκειται για μια απλή πολιτική απόφαση ή για μια συμβολική κίνηση υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Αντίθετα, προϋποθέτει την άμεση εμπλοκή των αεροπορικών και αντιαεροπορικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ σε πόλεμο με τη Ρωσία, δηλαδή μια εξέλιξη που θα μπορούσε να μετατρέψει τον σημερινό πόλεμο δι' αντιπροσώπων σε γενικευμένη σύγκρουση μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων.
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών αποκαλύπτει ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό μοτίβο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ επέβαλαν ζώνες απαγόρευσης πτήσεων μόνο όταν είχαν απέναντί τους κράτη που είχαν ήδη στρατιωτικά καταρρεύσει ή δεν διέθεταν την ικανότητα να αντιδράσουν ουσιαστικά.
Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, οι ΗΠΑ δημιούργησαν δύο No-Fly Zones στο Ιράκ.
Εκείνη την περίοδο οι ένοπλες δυνάμεις του Saddam Hussein είχαν ήδη συντριβεί και η αμερικανική αεροπορική υπεροχή ήταν απόλυτη.
Το ίδιο μοντέλο εφαρμόστηκε αργότερα στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και στη Λιβύη, όπου ούτε οι στρατιωτικές δυνατότητες ούτε η τεχνολογική ισχύς των συγκεκριμένων κρατών μπορούσαν να συγκριθούν με αυτές των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε περιβάλλον όπου η δυτική στρατιωτική κυριαρχία ήταν δεδομένη και ο αντίπαλος δεν μπορούσε να αμφισβητήσει σοβαρά τον έλεγχο του εναέριου χώρου.
Ακριβώς γι' αυτό, η σύγκριση με την Ουκρανία είναι προβληματική.

Η Ουκρανία δεν είναι Ιράκ ούτε Λιβύη
Στην ουκρανική σύγκρουση η άλλη πλευρά δεν είναι μια αποδυναμωμένη περιφερειακή δύναμη αλλά η Ρωσία, μια χώρα που διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, εξελιγμένη αεροπορία, πολυεπίπεδη αντιαεροπορική άμυνα και σημαντικές δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής No-Fly Zone δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς να καταστραφούν πρώτα ρωσικά συστήματα αεράμυνας, να αναχαιτιστούν ή να καταρριφθούν ρωσικά αεροσκάφη και να υπάρξουν άμεσες συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.
Με άλλα λόγια, η εφαρμογή μιας τέτοιας απόφασης θα ισοδυναμούσε με επίσημη είσοδο της Συμμαχίας στον πόλεμο.

Τι σημαίνει πραγματικά το «κλείσιμο του ουρανού»
Στρατιωτικά, μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων δεν αποτελεί διακήρυξη αλλά μια τεράστια στρατιωτική επιχείρηση.
Για να προστατευθεί ο ουκρανικός εναέριος χώρος θα απαιτούνταν:
• ανάπτυξη περίπου 300 μαχητικών αεροσκαφών του ΝΑΤΟ,
• μεταφορά 8 έως 10 πτερύγων τακτικής αεροπορίας στην Ουκρανία,
• εγκατάσταση 12 έως 15 ταξιαρχιών ή συνταγμάτων αντιαεροπορικής άμυνας δυτικών χωρών,
• πλήρης αναδιοργάνωση του ουκρανικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου,
• ενίσχυση του δικτύου ραντάρ και αεράμυνας,
• μεταφορά μεταξύ 80.000 και 100.000 στρατιωτικών από χώρες του ΝΑΤΟ.
Οι δυνάμεις αυτές δεν θα μπορούσαν να επιχειρούν αποτελεσματικά μόνο από την Πολωνία ή τη Ρουμανία.
Θα έπρεπε να αναπτυχθούν μέσα στην ουκρανική επικράτεια, γεγονός που θα τις καθιστούσε άμεσα εμπλεκόμενες στις εχθροπραξίες.

Το ΝΑΤΟ από υποστηρικτής θα γινόταν εμπόλεμο μέρος
Μέχρι σήμερα, η δυτική στρατηγική βασίζεται στην παροχή όπλων, πληροφοριών, οικονομικής βοήθειας και εκπαίδευσης προς την Ουκρανία, αποφεύγοντας την επίσημη συμμετοχή στη σύγκρουση.
Η επιβολή όμως μιας No-Fly Zone θα κατέρριπτε αυτή την ισορροπία.
Οι πιλότοι του ΝΑΤΟ θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν ρωσικά αεροσκάφη.
Τα αντιαεροπορικά συστήματα της Συμμαχίας θα έπρεπε να καταρρίπτουν ρωσικούς πυραύλους και αεροσκάφη.
Οι βάσεις του ΝΑΤΟ μέσα στην Ουκρανία θα μετατρέπονταν αυτομάτως σε νόμιμους στρατιωτικούς στόχους για τη Ρωσία.
Η σύγκρουση δεν θα μπορούσε πλέον να χαρακτηριστεί έμμεση ή δι' αντιπροσώπων.
Θα επρόκειτο για άμεσο πόλεμο μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Το πυρηνικό ρίσκο που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο ενός τέτοιου σεναρίου είναι η πυρηνική διάσταση.
Η ρωσική στρατηγική προβλέπει τη δυνατότητα χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων σε περίπτωση που απειληθεί η ύπαρξη του κράτους ή υπάρξει μεγάλης κλίμακας άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το ΝΑΤΟ.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής No-Fly Zone δεν θα αποτελούσε απλώς μια ακόμη στρατιωτική επιχείρηση, αλλά ένα βήμα που θα αύξανε δραματικά τον κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης.

Πώς θα αντιδρούσε η Ρωσία
Από τη σκοπιά της Μόσχας, η επιβολή μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από την Ουκρανία δεν θα θεωρούνταν μια «ειρηνευτική» ή «αμυντική» πρωτοβουλία, αλλά άμεση είσοδος του ΝΑΤΟ στον πόλεμο.
Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε ανάπτυξη αεροπορικών ή αντιαεροπορικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην ουκρανική επικράτεια θα αντιμετωπιστεί ως νόμιμος στρατιωτικός στόχος.
Αυτό σημαίνει ότι αεροπορικές βάσεις, συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων, κέντρα διοίκησης και υποδομές που θα χρησιμοποιούνταν για την επιβολή μιας No-Fly Zone θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.
Παράλληλα, η Ρωσία διαθέτει εκτεταμένες δυνατότητες σε πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, προηγμένα συστήματα αεράμυνας και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την αμφισβήτηση της αεροπορικής κυριαρχίας του ΝΑΤΟ.
Μια τέτοια αντιπαράθεση θα αύξανε δραματικά τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Το Κρεμλίνο έχει επίσης διαμηνύσει ότι η άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Συμμαχίας θα άλλαζε ριζικά τη φύση της σύγκρουσης, μετατρέποντας τον πόλεμο στην Ουκρανία σε ανοιχτή αναμέτρηση μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το επίπεδο στρατιωτικής και πολιτικής έντασης θα έφθανε σε πρωτοφανή επίπεδα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, με τον κίνδυνο μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής σύγκρουσης να αυξάνεται σημαντικά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών